Π. Τατούλης: Λάθος η διαδικασία κομματικοποίησης του θεσμού της ΕΝΠΕ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/09/2011 / ΩΡΑ: 21:49
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: A-ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ, ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ

«Στις επικείμενες εκλογές της ΕΝΠΕ ασφαλώς και η Περιφέρεια Πελοποννήσου θα συμμετάσχει και μάλιστα με ενδυναμωμένο το ρόλο της μετά από αυτήν την ξεκάθαρη πολιτική διατύπωση που εκφράσθηκε σήμερα από όλους εμάς», δήλωσε ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου, κ. Πέτρος Τατούλης κατά τη συζήτηση του θέματος του Προεδρικού Διατάγματος που διέπει τη σύσταση και τη λειτουργία της Ένωσης Περιφερειών. Συγκεκριμένα, στη συνεδρίαση του ΠΕΣΥ Πελοποννήσου, που έλαβε χώρα την Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου, αποφασίσθηκε κατά πλειοψηφία ο πολιτικός χαρακτήρας του οργάνου, μακριά από συνδικαλιστικές λογικές που καταδίκασαν τους αυτοδιοικητικούς ως επαίτες, ενώ ως κύριος στόχος της ΕΝΠΕ καθορίστηκε η μεθόδευση της ταχύτατης μεταβίβασης του συνόλου των αρμοδιοτήτων που προβλέπει ο Καλλικράτης και η διοικητική μετεξέλιξη του θεσμού.

Ο κος Τατούλης χαρακτήρισε τον Καλλικράτη ως το σοφότερο θεσμό των τελευταίων ετών που θωρακίζει το πολυεπίπεδο σύστημα διακυβέρνησης, με την κεντρική κυβέρνηση, την αιρετή Περιφέρεια και την τοπική αυτοδιοίκηση να λειτουργούν αυτόνομα και κατ’ αυτό τον τρόπο να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους.

«Αυτή μορφή λειτουργίας του θεσμού μπορεί να προσφέρει διέξοδο από την κρίση της χώρας καθώς παρέχεται η δυνατότητα να χτιστεί αυτόνομη περιφερειακή τοπική οικονομία με τη δημιουργία νέων δομών», σημείωσε ο Περιφερειάρχης υπογραμμίζοντας ακόμα ότι «προσφέρεται με αυτό τον τρόπο η δυνατότητα να αναπτύξουν αυτόνομα τις σχέσεις τους με τα Ευρωπαϊκά Όργανα και με διεθνείς δομές».

Ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου σημείωσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η διαπραγμάτευση για την 5η Προγραμματική Περίοδο, του μοναδικού αξιόπιστου χρηματοδοτικού εργαλείου, θα γίνει αυτόνομα από τις Περιφέρειες, απεγκλωβίζοντάς την κατ’ αυτό τον τρόπο από τις συνέπειες των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σημείωσε ο κος Τατούλης, μπορούν οι Περιφέρειες με μικρότερο κόστος, συγκριτικά με αυτό της κεντρικής κυβέρνησης, να καλλιεργήσουν μια εικόνα αξιοπιστίας και ισχύος, βοηθώντας παράλληλα και την εικόνα της ίδιας της χώρας με άμεσες συνέπειες στην αντιμετώπισης της κρίσης.

Ο κ. Πέτρος Τατούλης στην πορεία της εισήγησης του αναφέρθηκε και σε «δοξασίες» που καλλιεργούνται γύρω από το θεσμό της ΕΝΠΕ.  «Δεν είναι αλήθεια ότι πρόκειται για δευτεροβάθμιο όργανο, αφού σε καμία περίπτωση δεν έχει καμία δημοκρατική νομιμοποίηση για έκδοση δεσμευτικών πράξεων», σημείωσε ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου. Σε δεύτερο επίπεδο, ο κ. Τατούλης έκανε ιδιαίτερη μνεία για την «τρικυμία εν κρανίω» που διακρίνεται στην ανάθεση αρμοδιοτήτων στην ΕΝΠΕ, όπως για παράδειγμα την μέριμνα της περιβαλλοντικής προστασίας, την ώρα που ούτε καν οι Περιφέρειες έχουν την αντίστοιχη αρμοδιότητα, αλλά και την αρμοδιότητα επιμόρφωσης των αιρετών οργάνων, η οποία ωστόσο επιτελείται από τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Σε τρίτο επίπεδο, ο κ. Τατούλης έκανε λόγο για την μεγάλη συναίνεση που είχε επιτευχθεί όλο αυτό το διάστημα σε επίπεδο προσωρινής διοικούσας της ΕΝΠΕ, αποκαλύπτοντας ότι όλες οι αποφάσεις λήφθηκαν ομόφωνα, ακόμη κι αυτή που αφορούσε τον πολιτικό χαρακτήρα του θεσμού, χωρίς διαφοροποιήσεις και κομματικές ομαδοποιήσεις. Τέταρτο, ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου έθιξε το γεγονός ότι πρόκειται για ένα Προεδρικό Διάταγμα το οποίο δεν συνοδεύεται από έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με αποτέλεσμα να καλούνται οι περιφέρειες να πληρώσουν από τους δικούς τους ΚΑΠ, έναν οργανισμό που δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων πόσο θα κοστίσει.

«Δεν μπορεί να αφυδατωθεί η κεντρική στόχευση του Καλλικράτη, που προβλέπει την αυτονομία  των συλλογικών οργάνων της Περιφέρειας , τα οποία έχουν την ευθύνη διαμόρφωσης πολιτικών, ανεξάρτητα από την κεντρική κυβέρνηση», δήλωσε μεταξύ άλλων ο κ. Τατούλης.  Επιπρόσθετα η ΕΝ.ΠΕ., όπως τόνισε ο κ. Τατούλης, «δε συζητά τα προβλήματα της Περιφέρειας, γιατί αυτό είναι ευθύνη του κάθε Περιφερειακού Συμβουλίου».

Απαντώντας σε ερώτημα του επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης, ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου, υπενθύμισε στο ΠΕΣΥ ότι η  προσωρινή διοικούσα της ΕΝ.ΠΕ. είχε από την αρχή συμφωνήσει ομόφωνα ότι η Ένωση αυτή θα αποτελέσει πολιτικό όργανο και σε καμία περίπτωση μια νέα Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος. Ο Κος Τατούλης τόνισε ωστόσο ότι παρά την ομόφωνη απόφαση της προσωρινής διοίκησης της ΕΝ.ΠΕ. , ούτε διαβούλευση πραγματοποίησε το αρμόδιο Υπουργείο, ενώ ο προσωρινός πρόεδρος της ΕΝ.ΠΕ. μετέβαλλε τη στάση του στο τέλος.

Ο κ. Τατούλης χαρακτήρισε λάθος τη διαδικασία κομματικοποίησης του θεσμού και πρόσθεσε ότι είναι ευθύνη όλων των πολιτικών που υπηρέτησαν στρεβλωμένες λογικές όσον αφορά τον κομματισμό, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζει τη σημαντική προσφορά των κομμάτων στον τόπο και τη δημοκρατία. «Κανένας δεν μπορεί βέβαια να αποστεωθεί από την κομματική του ταυτότητα, αλλά τα ζητούμενο στις σημερινές συνθήκες είναι η υπερβατικότητα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Περιφερειάρχης.

Κατά πλειοψηφία εγκρίθηκε το ψήφισμα της πλειοψηφίας για την θεσμική υπόσταση της ΕΝΠΕ

Στην εισήγηση της θεματικής αντιπεριφερειάρχη και εισηγήτριας του θέματος, κ. Κωνσταντίνας Νικολάκου, το δια ταύτα της οποίας υπερψηφίσθηκε από το σύνολο των συμβούλων της πλειοψηφίας, αναφέρθηκαν τα εξής:

«Ο θεσμός της περιφερειακής αυτοδιοίκησης με το νέο θεσμικό πλαίσιο καλείται να αποκτήσει την πολιτική δύναμη και δυναμική για να τροφοδοτήσει τις πολιτικές αλλαγές που χρειάζεται η κοινωνία, η οικονομία, το αναπτυξιακό μοντέλο.

Χωρίς ατολμία και φόβο, ο θεσμός της  περιφερειακής αυτοδιοίκησης μέσα από τη συλλογική του έκφραση έχει μπροστά του την μεγάλη πρόκληση να οραματισθεί και να αγωνισθεί για μια  ριζική αλλαγή που θα ανατρέψει τις ισορροπίες ισχύος με το  κομματοκρατούμενο  πολιτικό σύστημα που αν και βρίσκεται στη μεγαλύτερη κρίση του,  αρνείται να παραχωρήσει μέρος της πολιτικής του εξουσίας.

Η  ανάγκη  που έχουμε μπροστά μας είναι η χώρα να υιοθετήσει ένα ήπιο μοντέλο ανάπτυξης που θα έχει στον πυρήνα του την Περιφέρεια.  Μοντέλο που ταιριάζει με τις  ιδιαίτερες ιστορικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες της κάθε περιφέρειας και θα είναι εναρμονισμένο  στο πολυεπίπεδο  σύστημα διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η μεγάλη πρόκληση που θα κληθούμε να διαχειριστούμε ως αιρετές περιφέρειες δεν είναι μια νέα διοικητική ανακατανομή των αρμοδιοτήτων των τοπικών υποθέσεων ή της μεταφοράς των κρατικών αρμοδιοτήτων που απλώς θα αλλάξουν τις ισχύουσες ισορροπίες στην διάρθρωση της κρατικής δομής.

Οι δυνάμεις της αυτοδιοίκησης θα πρέπει να απεγκλωβιστούν από τις κομματικές λογικές και μαζί με τους πολίτες της περιφέρειας να διεκδικήσουν το πολιτικό δικαίωμα να αποτελέσει η αυτοδιοίκηση συνταγματικό θεμέλιο του ενιαίου  κράτους, πραγματικό μοχλό ανάπτυξης. Να απαιτήσουν, δηλαδή με συγκεκριμένο σχέδιο και χρονοδιάγραμμα για τη συγκρότηση των διοικητικών και οικονομικών μηχανισμών στήριξης και λειτουργίας του θεσμού της αιρετής περιφερειακής αυτοδιοίκησης

Το Περιφερειακό Συμβούλιο Πελοποννήσου υπό αυτό το πρίσμα διατυπώνει υπεύθυνα την άποψή του ότι:

Α)Σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου του Καλλικράτη, αλλά και της αιτιολογικής του έκθεσης περί ανάπτυξης και αυτονομίας στον επιχειρησιακό αναπτυξιακό σχεδιασμό, η Ένωση Περιφερειών είναι ένα πολιτικό όργανο άσκησης νέων, καινοτόμων και αναπτυξιακών πολιτικών

Β) Σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου του Καλλικράτη, αλλά και της αιτιολογικής του έκθεσης περί ανάπτυξης και αυτονομίας στον επιχειρησιακό αναπτυξιακό σχεδιασμό, η Ένωση Περιφερειών είναι ένα όργανο πολιτικών διεκδικήσεων, μακριά από τις γνωστές συνδικαλιστικές λογικές που είχαν καταδικάσει για χρόνια τους αυτοδιοικητικούς ως επαίτες

Γ) Η Ένωση Περιφερειών οφείλει να αναλάβει στους ώμους της έναν διττό στόχο: το βραχυπρόθεσμο που έχει να κάνει με τη μεταβίβαση όσο το δυνατόν πιο σύντομα του συνόλου των αρμοδιοτήτων που προβλέπει ο Καλλικράτης, αλλά και πιο μακροπρόθεσμα, σε βάθος τριετίας την πορεία και υλοποίηση της μετεξέλιξης του θεσμού.

Δ) Ο θεσμός της Ένωσης Περιφερειών οφείλει να μην αγνοήσει την οικονομική κατάσταση της χώρας και την οδυνηρή καθημερινότητα των συμπολιτών μας.  Στο πλαίσιο αυτό, η χρηματοδότηση του πρέπει να ακολουθήσει κανόνες αποδοτικότητας, αποτελεσματικότητας και να είναι αντίστοιχη με αυτήν ανάλογων ευρωπαϊκών θεσμών.