Ιστορικά Γεγονότα

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/11/2011 / ΩΡΑ: 12:31

Ν. Αργολίδος

Η Αργολίδα κατοικήθηκε από τη Μεσολιθική Εποχή (8000 π.Χ.) και αποτελούσε σε όλη την αρχαιότητα ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Πελοποννήσου. Στη διάρκεια της Νεολιθικής Εποχής δημιουργήθηκαν αξιόλογοι οικισμοί (Λέρνα, Τίρυνθα, Μυκήνες), ενώ την Εποχή του Χαλκού η περιοχή γνώρισε μεγάλη ακμή και αναπτύχθηκαν μεγάλα κέντρα (Μιδέα, Ασίνη, Τίρυνθα, Πρόσυμνα), με σπουδαιότερο ανάμεσά τους τις Μυκήνες, που κυριάρχησαν σε όλο το 15ο και 14ο αι. π.Χ. και έδωσαν το όνομά τους σε μια από τις λαμπρότερες πολιτιστικές φάσεις της αρχαιότητας, τη Μυκηναϊκή.

Το 12ο αι. π.Χ. η περιοχή αναστατώνεται από μεταναστευτικές κινήσεις, τελικά εκδωρίζεται και το Άργος, που εξελίσσεται σε δωρικό κέντρο, υποτάσσει ή καταστρέφει τις άλλες αργολικές πόλεις. Την Αρχαϊκή και την Κλασική Εποχή κοινό ιερό της Αργολίδας είναι το Ηραίο, νότια των Μυκηνών, ενώ στα Ελληνιστικά Χρόνια ιδιαίτερη ακτινοβολία αποκτά το ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο. Το 146 π.Χ. η περιοχή κυριεύεται από τους Ρωμαίους και παρακμάζει. Οι επιδρομές των Ερούλων (267 μ.Χ.) και των Γότθων (395 μ.Χ.) θα αναστατώσουν ακόμη μια φορά την περιοχή.

Στη διάρκεια της Βυζαντινής Εποχής η Αργολίδα ανήκε στο θέμα της Πελοποννήσου και όπως μαρτυρούν διάφορα κατάλοιπα βρισκόταν σε ακμή. Στις αρχές του 13ου αιώνα μ.Χ. περιήλθε στους Φράγκους και ανήκε στη δικαιοδοσία του Όθωνα ντε λα Ρος, άρχοντα των Αθηνών. Για ορισμένα διαστήματα ανήκε στους Βενετούς και τελικά υποτάχθηκε στους Τούρκους (1540 μ.Χ.).

Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 οι κάτοικοι πήραν ενεργό μέρος και μερικές από τις μεγαλύτερες πολεμικές επιχειρήσεις διαδραματίστηκαν εδώ. Το Ναύπλιο υπήρξε προσωρινή έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης και πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1828) μέχρι το 1834 που μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Σήμερα η Αργολίδα είναι μια από τις ευφορότερες περιοχές της Ελλάδας και ένα από τα κυριότερα τουριστικά κέντρα.


Ν. Αρκαδίας

Η Αρκαδία ανήκει στις περιοχές εκείνες της Πελοποννήσου που κατοικήθηκαν πολύ νωρίς. Ο Ηρόδοτος μάλιστα θεωρεί τους Αρκάδες τους αρχαιότερους κατοίκους της Πελοποννήσου. Πρώτος βασιλιάς τους ήταν ο Πελασγός και κατοικούσαν σε μικρούς οικισμούς, χωρισμένοι σε φυλές, όπως έδειξαν οι ανασκαφές σε διάφορα σημεία του νομού. Οι Αρκάδες πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 60 πλοία. O Αρκάδας Δάρδανος κυρίεψε τη Σαμοθράκη και έχτισε κοντά στην Τροία τη Δαρδανία. Αρκάδες εγκαταστάθηκαν και στην Κρήτη (Κυδωνία, Γόρτυνα), στην Κύπρο (Πάφος) στη Ζάκυνθο, στη Λευκάδα, στη Σικελία, στην Απουλία και στο Λάτιο. Ο Αρκάδας Εύανδρος με άποίκους κατέλαβε τον Παλατίνο λόφο της Ρώμης.

Σε νεώτερους χρόνους οι αρκαδικές πόλεις ίδρυσαν την ομοσπονδία («Κοινό») των Αρκάδων. Αξιόλογη είναι η αρχαία πόλη Ηραία στην πλαγιά του λόφου κοντά στο χωριό Άγιος Ιωάννης. Η Ηραία ήταν στην αρχαιότητα η μεγαλύτερη πόλη της Αρκαδίας και συνόρευε με την Ηλεία. Υπήρχε μάλιστα και ειδική συνθήκη συμμαχίας (540 π.Χ.) για 100 χρόνια (χαραγμένη σε χάλκινη πλάκα που σήμερα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο) ανάμεσα στους Ηλείους και τους Ηραίους, με την οποία κατοχυρωνόταν η αμοιβαία συνεργασία την εποχή της ειρήνης και η συμμαχία σε περίπτωση πολέμου. Σύμμαχος αργότερα της Σπάρτης, γνώρισε την οργή των Αρκάδων (369 π.Χ.), ενώ το 219 π.Χ. καταλήφθηκε από το Φίλιππο Ε’, που παρέδωσε την πόλη στους Αχαιούς. Στην Ηραία υπήρχαν την εποχή της ακμής της λουτρό, ναοί (Ήρας, Πάνα κ.ά.). Ιδιαίτερα λατρευόταν ο Διόνυσος (μυστήρια).

Αξιόλογο είναι επίσης το χωριό Λυκόσουρα, το οποίο οφείλει την ονομασία του στην αρχαία πρωτεύουσα των Αρκάδων. Κατά τον αρχαίο συγγραφέα -περιηγητή Παυσανία, ήταν η πρώτη πόλη που έχτισαν οι άνθρωποι.

Στα μέσα του ΣΤ’ π.Χ. αιώνα η Αρκαδία απέκρουσε τις απόπειρες των Σπαρτιατών να την υποτάξουν. Την εποχή εκείνη γνώρισε μεγάλη ακμή η Μαντίνεια. Στην αρχαιότητα έγιναν δύο μάχες κοντά στην αρκαδική πόλη της Μαντινείας, η πρώτη το 418 π.Χ. και η δεύτερη το 362 π.Χ. H πρώτη μάχη το 418 π.Χ. έφερε αντιμέτωπους τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους Τεγεάτες και Αρκάδες με τους Αργείους και τους συμμαχους τους Αθηναίους και Μαντινείς. Ήταν αποφασιστική στη διατήρηση της Σπαρτιατικής ηγεμονίας στην Πελοπόννησο, που ειχε κλονιστεί μετά την αποτυχία της Σπάρτης να τελειώσει νικηφόρα τον Πελοποννησιακό Πόλεμο που είχε αρχίσει από το 431 π.Χ. και είχε προσωρινά διακοπεί το 421 π.Χ. με την ειρήνη του Νικία. Η μάχη της Μαντίνειας (362 π.Χ.) κατά των Σπαρτιατών σημάδεψε το τέλος της ολιγόχρονης ηγεμονίας της Θήβας (371 – 362 π.Χ.).

Στους Περσικούς πολέμους οι Αρκάδες πολέμησαν στις Θερμοπύλες και στις Πλαταιές. Το 371 π.Χ., με τη βοήθεια των Θηβαίων, έφτασαν ως τα σύνορα της Σπάρτης. Τότε χτίστηκε και η Μεγαλόπολη και το «Κοινό» των Αρκάδων απέκτησε ενιαία κυβέρνηση και στρατό. Στην εποχή των διαδόχων του Αλεξάνδρου η Αρκαδία υπήρξε θέατρο μαχών, ως ότου (το 311 π.Χ.) παραδόθηκε στον Κάσσανδρο. Το 303 π.Χ. την κατέλαβε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Συχνοί πόλεμοι (αργότερα) με τη Σπάρτη εξασθένισαν την Αρκαδία.

Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση η Αρκαδία έπαψε να αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα. Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες λεηλατήθηκε από τους Γότθους και στον Ζ’ αιώνα μ.Χ. από τους Σλάβους. Το 1320 μ.Χ. ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος Ασάν, ανιψιός του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου, απέσπασε την Αρκαδία από τους Φράγκους που την είχαν κυριέψει. Τέλος, το 1458 μ.Χ. την κατέλαβαν οι Τούρκοι.

Το 1821 η Αρκαδία έγινε το επίκεντρο πολλών πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Θ. Κολοκοτρώνης κατέλαβε την Τρίπολη (Σεπτ.1821) η οποία έμεινε ελεύθερη ως το 1825, οπότε την κατέλαβε ο Ιμπραήμ. Το Νοέμβρη του 1827 η Τρίπολη ελευθερώθηκε οριστικά και έγινε πρωτεύουσα του νομού Αρκαδίας.


Ν. Κορινθίας

Η αρχαία Κορινθία είχε όρια το Σαρωνικό Α, την Επίδαυρο ΝΑ, τον Κορινθιακό κόλπο Β, τον Ισθμό και τη Μεγαρίδα ΒΑ, την Αργολίδα Ν, τη Φλιασία και την Κλεωναία ΝΔ και τη Σικυωνία Δ. Ο Στράβων αποκαλούσε την Κορινθία «σκολίαν και τραχείαν» επειδή το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής της ήταν ορεινό.

Όμως πολύ σημαντικές πόλεις δημιουργήθηκαν εδώ: Τενέα, Κρομμυών Τιτάνη, Φλιούς, Κλεωνές, Νεμέα, Σικυών, και σπουδαία λιμάνια: Λέχαιο, Κεγχρεές, Σχοινούντας. Η σημαντικότερη πόλη ήταν η Κόρινθος, με την οποία συνδέεται άρρηκτα η ιστορία της Κορινθίας. Ιδιαίτερα μετά τον 8ο αι. π.Χ. η πόλη έφτασε σε μεγάλη ακμή και ανέπτυξε μεγάλο πολιτισμό, οικονομική και εμπορική δραστηριότητα και πήρε μέρος στις περισσότερες διενέξεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων.

Η υποταγή της στους Ρωμαίους το 148 π.Χ. χάραξε τη μετέπειτα πορεία όλης της περιοχής. Λόγω της στρατηγικής της θέσης γνώρισε πολλούς κατακτητές – Γότθοι, Νορμανδοί, Φράγκοι, Βυζαντινοί, Ενετοί, Τούρκοι. Η Κορινθία ενσωματώνεται στο νέο ελληνικό κράτος το 1828.


Ν. Λακωνίας

Η Λακωνία κατοικήθηκε στα Νεολιθικά Χρόνια (6.000 – 3.000 π.Χ.) και σαν πρώτοι κάτοικοί της αναφέρονται οι Λέλεγες, τους οποίους διαδέχθηκαν Αχαιοί και Ίωνες. Πρώτος βασιλιάς της χώρας ήταν ο Λέλεγας, γι’ αυτό και ονομαζόταν Λελεγία, ενώ πρώτος βασιλιάς της δεύτερης δυναστείας ήταν ο μυθικός Λακεδαίμων.

Με τον καιρό η Λακωνία απέκτησε μεγάλη δύναμη. Γύρω στο 1.100 π.Χ. στην περιοχή εγκαταστάθηκαν Δωριείς, οι οποίοι κέντρο τους έκαναν τη Σπάρτη, από την οποία εξορμώντας υπέταξαν σχεδόν όλη τη Λακωνία, και προσπάθησαν δημιουργώντας ιδιόμορφους θεσμούς και διάκριση των κατοίκων (είλωτες, περίοικους) να κρατήσουν σε υποταγή τα προδωρικά φύλα και να μην αφομοιωθούν από αυτά.

Εκτός από τη Σπάρτη υπήρχαν κι άλλες σημαντικές πόλεις: Καρδαμύλη, Γύθειο, Αμυκλές, Λεύκτρα, Οίτυλο, Ανθήλη, Έλος (απ’ όπου πήραν τ’ όνομα τους οι είλωτες). Μέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Σπάρτη και η Αθήνα ήταν οι μεγαλύτερες πόλεις-κράτη της Ελλάδας και ρύθμιζαν τις τύχες των Ελλήνων. Το 222 π.Χ., μετά τη νίκη των Μακεδόνων εναντίον των Σπαρτιατών, η Σπάρτη καταστράφηκε και ο θεσμός της βασιλείας που για τόσους αιώνες επικρατούσε, καταργήθηκε οριστικά.

Το 146 π.Χ. υποτάχθηκε στους Ρωμαίους (περιόρισαν τη Σπάρτη στη γύρω από τον Ευρώτα περιοχή), παραχώρησαν σε ορισμένες περιοχές (παράκτιες πόλεις κ.λ.π.) ορισμένα προνόμια και έτσι δημιουργήθηκε το Κοινό των Ελευθερολακώνων, ομοσπονδία με κάποια αυτονομία. Στους Βυζαντινούς Χρόνους ήταν επαρχία του Θέματος Πελοποννήσου και γνώρισε επανειλημμένα βαρβαρικές επιδρομές, με μεγαλύτερη αυτή του 395 μ.Χ. από τον Αλάριχο.

Το 13ο αιώνα υποτάχθηκε από το Γουλιέλμο Β΄ Βιλαρδουίνο και έμεινε στους Φράγκους μέχρι το 1262, οπότε και πέρασε στους Παλαιολόγους, οι οποίοι ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μιστρά. Επί δύο αιώνες η χώρα κυβερνήθηκε από δεσπότες της οικογένειας των Παλαιολόγων, τις διαφορές των οποίων εκμεταλλεύτηκαν οι Τούρκοι για να επιδράμουν εναντίον της Πελοποννήσου (1460). Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες δεν καταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους παρά στα μέσα του 17ου αι., αφού γνώρισε συνεχείς καταστροφές κατά τη διάρκεια των Τουρκοβενετικών Πολέμων.

Η περιοχή της Μάνης μόνο κατόρθωσε να διατηρήσει κάποια αυτονομία και προνόμια. Από εδώ ξεκίνησε το Μάρτιο του 1821 το επαναστατικό σώμα με επικεφαλής το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και κατέλαβε (23 Μαρτίου) την Καλαμάτα. Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 πήρε ενεργά μέρος και απελευθερώθηκε το 1828. Στα χρόνια του βασιλιά Όθωνα χτίστηκε η νέα πόλη της Σπάρτης η οποία και εξελίχτηκε σε πρωτεύουσα της Λακωνίας.


Ν. Μεσσηνίας

Η Μεσσηνία ήταν κατοικημένη από την προϊστορική εποχή. Σύμφωνα με τους μύθους, η περιοχή πήρε το όνομά της από τη Μεσσήνη, τη γυναίκα του Πολυκάονα, ο οποίος λέγεται ότι πρώτος βασίλεψε στη χώρα. Στα χρόνια της ακμής των Μυκηναίων είχε αναπτύξει σημαντικό πολιτισμό όπως φαίνεται και από τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου εκείνης, και ιδιαίτερα από το ανακτορικό συγκρότημα των βασιλιάδων της Πύλου στο χωριό Επάνω Εγκλιανό, καθώς και από το εντυπωσιακό ανάκτορο του Νέστορα. Τον πολιτισμό αυτό τον κατέστρεψαν κατά το τέλος του ΙΓ’ και στις αρχές του ΙΒ’ αιώνα οι Δωριείς. Τότε πυρπολήθηκε και εγκαταλείφτηκε και το ανάκτορο του Νέστορα. Οι Δωριείς με ηγέτες τους τρεις αδερφούς Τήμενο, Κρεσφόντη και Αριστόδημο, κυρίαρχοι πια στη Μεσσηνία, έβαλαν κλήρο για να κριθεί οριστικά ποιος θα κυβερνούσε τον τόπο. Ο κλήρος ευνόησε τον Κρεσφόντη ο οποίος εγκαθίδρυσε καθεστώς απόλυτης ισονομίας Αχαιών και Δωριέων.

Τον Η’ π.Χ. αιώνα εξαιτίας της επεκτατικής πολιτικής της Σπάρτης, άρχισαν οι Μεσσηνιακοί πόλεμοι. Οι πόλεμοι εκείνοι έφεραν την υποδούλωση της Μεσσηνίας στη Σπάρτη και την εξαφάνιση κάθε ίχνους πολιτισμού στην περιοχή. Στις παραμονές της εκστρατείας στην Tpoία, το σπουδαιότερο μυκηναϊκό κράτος ήταν του Νέστορα, με πρωτεύουσα την Πύλο. Γύρω στο 1100 π.Χ. Δωριείς εγκαταστάθηκαν στο κέντρο της μεσσηνιακής πεδιάδας, ενώ οι παλαιότεροι κάτοικοι, οι Αχαιοί, παρέμειναν στη δυτική και τη νότια χώρα. Στα μέσα περίπου του 8ου αι. π.Χ. οι Σπαρτιάτες άρχισαν να έχουν βλέψεις στην εύφορη μεσσηνιακή πεδιάδα και έτσι συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τους Μεσσήνιους, τους οποίους παρά τη γενναία αντίσταση υπέταξαν, η περιοχή καταστράφηκε, υποδουλώθηκε στους Σπαρτιάτες και οι κάτοικοί της εκπατρίστηκαν.

Το 369 π.Χ. ο Επαμεινώνδας απελευθέρωσε τη Μεσσηνία και έχτισε τη Μεσσήνη, πρωτεύουσα της ανεξάρτητης πια χώρας. Η ανεξάρτητη Μεσσηνία έγινε σημαντικό κέντρο πολιτισμού. Τελικά το 335 π.Χ. αναγνώρισε την ανεξαρτησία της και η ίδια η Σπάρτη. Το 214 π.Χ. όμως η Μεσσήνη καταστράφηκε από το στρατηγό του Φιλίππου Ε’ Δημήτριο Φάριο. Την καταστροφή της την ολοκλήρωσε ο τύραννος της Σπάρτης Νάβης τον οποίο έδιωξε τελικά από την περιοχή (202-210 π.Χ.) ο Φιλοποίμην, στρατηγός της Αχαϊκής συμπολιτείας. Μετά την παρακμή των Αιτωλών, με τους οποίους είχε ταυτίσει την τύχη της, η Μεσσηνία στράφηκε προς τους Ρωμαίους. Επειδή όμως δεν πέτυχε να εξασφαλίσει τους σκοπούς που επιδίωκε προσχώρησε στην Αχαϊκή συμπολιτεία. Τότε οι Μεσσήνιοι ολιγαρχικοί επαναστάτησαν (184 π.Χ.). Αλλά ο διάδοχος του Φιλοποίμενα στην αρχιστρατηγία της Αχαϊκής συμπολιτείας Λυκόρτας κατέλαβε τη Μεσσήνη και τους ανέτρεψε ( 183 π.Χ.). Από τότε η Μεσσηνία συμμερίστηκε τις τύχες της Αχαϊκής συμπολιτείας έως ότου υποδουλώθηκε στο ρωμαϊκό ζυγό.

Στα κατοπινά χρόνια, η Μεσσηνία υποδουλώθηκε στους Ρωμαίους (146 π.Χ.), και έτσι συνεχίστηκε η διαμάχη ανάμεσα στους Λακεδαιμόνιους και τους Μεσσήνιους για την κατοχή συνοριακών περιοχών. Το 1205 η Μεσσηνία αποτέλεσε τμήμα του φραγκικού πριγκιπάτου της Αχαΐας, εκτός από τη Μεθώνη και την Κορώνη οι οποίες έγιναν ενετικές κτήσεις (1245). Απόπειρα του Μιχαήλ Παλαιολόγου να απελευθερώσει τη Μεσσηνία δεν πέτυχε (1264).

Από το ΙΔ’ αιώνα άρχισε η διείσδυση των Τούρκων στην περιοχή. Oι Τούρκοι την κατέλαβαν το 1498. Μεσολάβησε σύντομη κατοχή των Ενετών (1688-1715) και η Μεσσηνία, υποδουλωμένη οριστικά στους Τούρκους, πήρε μέρος στο λεγόμενο επαναστατικό κίνημα του Ορλώφ.
Στις 22 Μαρτίου 1821 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με Μανιάτες και Μεσσήνιους αγωνιστές κήρυξε την επανάσταση στην Καλαμάτα και σε σύντομο χρονικό διάστημα απελευθέρωσε τη Μεσσηνία, εκτός από την Κορώνη και τη Μεθώνη. Το Φεβρουάριο όμως του 1825 ο Ιμπραήμ κυρίεψε πολλές περιοχές της Μεσσηνίας αφού σύντριψε την ηρωική αντίσταση του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι. Στις 20 Οκτωβρίου 1827 η περίφημη ναυμαχία στον όρμο του Ναβαρίνου επιτάχυνε την ημέρα της μεσσηνιακής ελευθερίας. Την απελευθέρωση την έκαμε πραγματικότητα ο γαλλικός στρατός με επικεφαλής το Μαιζόν ο οποίος έδιωξε και τους τελευταίους κατακτητές από τη Μεσσηνία και από ολόκληρη την Πελοπόννησο.