Μυθικοί Χρόνοι

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/11/2011 / ΩΡΑ: 12:16

Π.Ε. Αργολίδος

Ο Αργολικός χώρος καλύπτει σελίδες ένδοξης ιστορίας όλων των εποχών. Ελάχιστες περιοχές της γης μπορούν να επιδείξουν 4.000 χρόνια συνεχούς ιστορίας. Αρχαιότεροι κάτοικοι της Αργολίδας είναι σύμφωνα με τις μυθικές παραδόσεις οι Πελασγοί.

Ήρωες του Προελληνικού παρελθόντος της Αργολίδας αναφέρονται οι Ιναχίδες. Iδρυτής της δυναστείας ήταν ο Ίναχος και απόγονοί του οι Πανόπτης, Άργος, Πελασγός, Μυκήνη (από το όνομα της οποίας προέρχεται κατά μια άποψη και το όνομα των Μυκηνών), ο περίφημος Φορωνεύς ιδρυτής των πρώτων πόλεων του Άργους και η ακόμη περισσότερο περίφημη Ιώ.

Στις αρχές της Β’ χιλιετηρίδας π.Χ. τοποθετείται η κάθοδος των Ελληνικών φύλων – των Αχαιών – στις Ελληνικές Χώρες, που με τους παλαιούς κατοίκους που είχανε υποταγεί ιδρύθηκαν διάφορα κράτη. Από τα ισχυρότερα ιδρυθέντα Αχαϊκά κράτη ήταν οι ηγεμονίες της Τίρυνθας και των Μυκηνών. Η περί το 1.000 π.Χ. κάθοδος των Δωριέων είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.

Από τον 6ο π.Χ. αιώνα το Άργος εξακολουθεί να αποτελεί δύναμη που ρυθμίζει τα πράγματα στην Πελοπόννησο. Τούτο μαρτυρούν τα ερείπια του Ηραίου, μεγαλοπρεπή ναού προς τιμήν της Ήρας. Μετά την υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους, κύρια κατά την Βυζαντινή εποχή, η ιστορία του Άργους συμπλέκεται με την ιστορία του Ναυπλίου. Η Ναυπλία όπως είναι το αρχαίο όνομα του Ναυπλίου, ήταν πόλη αυτόνομη μέχρι το 676 π.Χ. οπότε έγινε επίνειο του Άργους. Από το 589 π.Χ. η πόλη είναι γνωστή σα Ναύπλιο.

Π.Ε. Αρκαδίας

Τα όρια της Αρχαίας Αρκαδίας δε συμπίπτουν μ’ αυτά της σημερινής, τότε ήταν ευρύτερα. Συμπεριλάμβανε την επαρχία Καλαβρύτων, τη νότια Κορινθία, τα δυτικά της Αργολίδας κι ένα μεγάλο τμήμα της Ηλείας και της Ολυμπίας. Η αρχαία Αρκαδία δεν είχε θάλασσα.

Το σχήμα της Αρχαίας Αρκαδίας ήταν ένα τετράγωνο με φυσικά σύνορα βουνά. Χαρακτηριζόταν από μεγάλα δάση και τα πολλά νερά, σ’ αυτά τα κρυστάλλινα νερά λούζονταν οι Μούσες και οι Νύμφες. Καμάρι και καύχημα των Αρκάδων ήταν το αυτόχθονο. Θεωρούσαν τον εαυτό τους, «υπερούσιο λαό» καθότι, γεννήθηκαν πριν της Σελήνης και πριν των άλλων Ελλήνων. Αυτό, λέει, και ο Στράβονας: «Δοκεί δε παλαιότατα έθνη είναι τα Αρκαδικά των Ελλήνων Αζάνές τε και Παρράσιοι και άλλοι τοιούτοι».

Οι Αρχαίοι Αρκάδες μιλούσαν την Αρκαδική γλώσσα η οποία ήταν μία, από τις πέντε, διαλέκτους του Αχαϊκού συνασπισμού. Όπως οι άλλοι Έλληνες, έτσι και οι Αρκάδες, σα θρησκεία είχαν το δωδεκάθεο, με το μυθολογικό προνόμιο, ο Δίας να έχει γεννηθεί στο Αρκαδικό Λύκαιο όρος, ο Ποσειδώνας στη Μαντινειακή βρύση Άρνη, η Ήρα κι αυτή στ’ Αρκαδικά βουνά, ο Ερμής στην Κυλλήνη, ο Ασκληπιός στη Θέλπουσα. Η Αρτέμιδα ήταν θεά της Αρκαδίας και λατρευόταν, από τους Αρκάδες, ως Υμνία ή Ορθία και ήταν προστάτιδα των Δασών και του Κυνηγίου. Στην Αρκαδία λατρευόταν και η Κόρη της Δήμητρας -Δέσποινα την αποκαλούσαν οι Αρκάδες- και, μάλιστα, με τη μητέρα της για την οποία, πίστευαν, οι Αρκάδες, ότι, μετά την Αττική, τους δίδαξε την καλλιέργεια της γης.

Συγχρόνως, έδειχναν πάνω στο βουνό Κυλλήνη, μια χαράδρα κι έλεγαν, πως ο Πλούτωνας, από εκεί κατέβασε τη Δέσποινα στον Άδη. Πίστευαν, οι Αρκάδες, ότι, ανάμεσα στα σημερινά χωριά των συνόρων Γορτυνίας και Μεγαλόπολης, Κυπαρίσσια και Μαυριά -στην παλιά Τραπεζούντα- έγινε η μάχη των Θεών και των Γιγάντων νίκησαν οι Θεοί κι έκλεισαν τους Γίγαντες κάτω από τη γη. Τα Άλση της Αρχαίας Αρκαδίας φέρουν ονόματα θεών: Πάνας, Αφροδίτη, Δήμητρα, Ποσειδώνας… αλλά, και τα ποτάμια, Αλφειό και Λάδωνα, τα θεοποίησαν.

Ο κατ’ εξοχήν θεός της Αρκαδίας ήταν ο τραγοπόδαρος και κερασφόρος, Πάνας, Θεός της Μουσικής -απεικονίζεται με τον αυλό του- ο οποίος ακολουθούσε τον Διόνυσο ενώ τον ακολουθούσαν Νύμφες, Ναΐδες, Επιμηλιάδες, Μαινάδες και Σειλινοί. Να, γιατί αποκαλούσαν ειδυλλιακή την Αρκαδία. Το Λύκαιο όρος ήταν ο «Όλυμπος της Νότιας Ελλάδας». Τελείτο και γιορτή για τη Δέσποινα, την κόρη της θεάς Δήμητρας, στη Λυκόσουρα, στο Λύκαιο όρος τελούνταν και Αγώνες, γυμνικοί και ιππικοί, τα «Λύκαια».

Π.Ε. Κορινθίας

Στην πρώιμη αρχαιότητα ονομαζόταν Εφύρα, πρωτοκατοικήθηκε από το Σίσυφο, ο οποίος καταγράφεται στη μυθολογία μας ως ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε δύο φορές να ξεγελάσει το θάνατο.

Γι’ αυτή του την ύβρη, τιμωρήθηκε στον Άδη να κυλά διαρκώς μία πέτρα προς την κορυφή ενός λόφου, που έμοιαζε με τον Ακροκόρινθο, μα πάντα λίγο πριν φτάσει στην κορυφή, ο βράχος να φεύγει από τα χέρια του και να καταλήγει πάλι στους πρόποδες.
Ο μύθος θέλει το Σίσυφο να λύνει, τρόπον τινά, το πρόβλημα λειψυδρίας της περιοχής της Κορίνθου χάρη σε μία συμφωνία που συνήψε με τον ποταμό Ασωπό. Ο πονηρός βασιλιάς της Εφύρας αποκάλυψε στον ποτάμιο θεό τον κλέφτη της κόρης του Αίγινας, που δεν ήταν άλλος από το Δία, και ως αντάλλαγμα πήρε μια πηγή πάνω στο βράχο του Ακροκορίνθου.

Εγγονός του Σίσυφου είναι ο περίφημος Βελλερεφόντης, ο οποίος κατάφερε να δαμάσει το φτερωτό άλογο Πήγασο και να σκοτώσει με τη βοήθεια των θεών τη Χίμαιρα, το αλλόκοτο πλάσμα με κεφάλι λιονταριού, κορμί κατσίκας και ουρά φιδιού. Ο Βελλεροφόντης, όμως, τιμωρήθηκε από τους θεούς με τραγικό θάνατο όταν, φτάνοντας στην ύβρη, όπως ακριβώς ο παππούς του, θέλησε με τον Πήγασο ν’ ανέβει στον Όλυμπο και να συμβιώσει με τους θεούς.

Στην Κόρινθο, σύμφωνα πάντα με τους μύθους, έφτασε κυνηγημένο το βασιλικό ζευγάρι Ιάσων και Μήδεια, εκεί λέει η μία εκδοχή του μύθου, συντελέστηκε το στυγερό έγκλημα της παιδοκτονίας από την πριγκίπισσα της Κολχίδας. Δηλαδή, όταν ο Ιάσων με προτροπή του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα, αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του Γλαύκη, η απατημένη και προδομένη Μήδεια, εκδικούμενη τον άνδρα της, έσφαξε τα δύο ανήλικα παιδιά της με τα ίδια της τα χέρια. Κατόπιν, η παιδοκτόνος, κατέφυγε στο Ηραίο της Περαχώρας για να κρυφτεί.

Στην Κόρινθο, επίσης, κυνηγημένος κατά μία έννοια κι από την ίδια του την τραγική μοίρα έφτασε μωρό ακόμη ο Οιδίποδας, ο οποίος υιοθετήθηκε από τη βασιλική οικογένεια της πόλης και ανατράφηκε ως βασιλόπουλο στην Τενέα. Μεγαλώνοντας ο Οιδίποδας, προκειμένου να διασκεδάσει τις αμφιβολίες του για το αν είναι πραγματικός γόνος του Πολύβου και της Μερόπης, ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία του επεσήμανε ότι μία μέρα θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του, χωρίς να του αποκαλύψει την αλήθεια για την καταγωγή του. Πικραμένος εκείνος αποφάσισε να μη γυρίσει στην Κόρινθο, να πορευτεί προς τη Θήβα, όπου και συνάντησε τον αληθινό του πατέρα Λάιο, τον οποίο σκότωσε, ενώ στην είσοδο της πόλης έλυσε το περίφημο αίνιγμα της Σφίγγας και παντρεύτηκε τη μητέρα του Ιοκάστη.

Σύμφωνα με το μύθο, το όνομά της η πόλη της Κορίνθου, το οφείλει στον ομώνυμο ήρωα Κόρινθο, ο οποίος ήταν γιος του Μαραθώνα και μακρινός απόγονος του θεού Ερμή. Ο Ισθμός, το στενό κομμάτι γης, που ενώνει την Πελοπόννησο με τη Στερεά Ελλάδα, αποτέλεσε σημείο τριβής μαζί με την Κόρινθο, μεταξύ του Ποσειδώνα και του Ήλιου. Οι υπόλοιποι θεοί που έκριναν τη διαμάχη αποφάσισαν ο Ήλιος να κρατήσει την περιοχή της Κορίνθου, ενώ ο Ποσειδώνας να κυριαρχήσει στην περιοχή του Ισθμού.

Εκεί, σύμφωνα με το μύθο, η θάλασσα ξέβρασε το πτώμα του Μελικέρτη στην πλάτη ενός δελφινιού. Ο Μελικέρτης, γιος της Ινούς, της μητριάς του Φρίξου και της Έλλης, από τον Ορχομενό της Βοιωτίας, πνίγηκε στα νερά του Αιγαίου, όταν η μητέρα του αλλόφρων έπεσε στη θάλασσα κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Οι κάτοικοι της περιοχής συνέλεξαν το πτώμα του άτυχου παιδιού, τον ονόμασαν Παλαίμονα και τον λάτρεψαν σαν θεότητα, καθιερώνοντας αγώνες προς τιμήν του, τα περίφημα Ίσθμια.

Π.Ε. Λακωνίας

Η Λακωνία αποτελεί ένα από τα μεγάλα ιστορικά και πολιτιστικά Κέντρα της Ελλάδας. Με αρκετά ίχνη ανθρώπινης παρουσίας ήδη από την προϊστορική εποχή, η περιοχή γνωρίζει την πρώτη μεγάλη της ανάπτυξη κατά την μυκηναϊκή εποχή.

Στα μυθικά χρόνια 5.000-1300 π.Χ. όταν οι Έλληνες είχαν ανακαλύψει επουράνιους και γήινους θεούς η Μάνη δεν ήταν δυνατό να υστερήσει σε φαντασία αλλά και σεβασμό προς τον υπέρτατο κυρίαρχο της ζωής και του κόσμου, το θεό-Ήλιο. Και σε ένδειξη λατρείας στο ηλιόλουστο Ταίναρο χτίζεται ναός, αφιερωμένος στον Ήλιο – Απόλλωνα, όπου λατρεύεται και η αδελφή του Σελήνη – Άρτεμη (Κάτοικοι Μινύες και Λέλεγες).

Από διασταυρώσεις ιστορικών πηγών 1250 π.Χ., αλλά και από συμπεράσματα αρχαιολογικών ευρημάτων αποδεικνύεται η ύπαρξη Ναού του Ποσειδώνα στην ακτή του Ταινάρου, και Ιερό της Ιππολαΐδος Αθηνάς στην αρχαία Ιππόλα (Κηπούλα) στην Άνω Πούλα (Κάβο Γκρόσσο). Οι Δωριείς κατά την καθοδόν τους ,όταν έφθασαν στο Ταίναρο το ονόμασαν Μεταπέα Άκρα και στη συνέχεια έγινε Κάβος Ματαπάς.

Η αρπαγή της Ωραίας Ελένης 1110-1000 π.Χ. (Εποχή Ομήρου), και ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Σπαρτιάτη Βασιλιά Μενελάου στα Ομηρικά Έπη αντανακλούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο της περιοχής στα «Ελληνικά πράγματα». Επίσης, γίνεται αναφορά του Ομήρου σε αρχαίες πόλεις της Λακωνικής Λαρύσια (Γύθειο) Λας, Τευθρώνη (Κότρωνας), Πύρριχος (Κάβαλος), Μέσσην (Μέζαπος), Οίτυλος, Θαλάμες (Κατήφαρη), Γερήνια (Κάμπος) Ενόπη. Ενώ, ο θολωτός τάφος του Βαφειού, και τα συγκροτήματα της Πελλάνας και του Μενελαίου είναι δείγματα της περιόδου αυτής.

Γύρω στα 1100 π.Χ. οι Δωριείς καταλήγουν στην κοιλάδα της Λακωνίας για να δώσουν μια νέα δυναμική στην περιοχή. Η Σπάρτη σταδιακά αναπτύσσεται περιλαμβάνοντας διάφορα στρατηγικά σημεία εντός του σημερινού Νομού και αργότερα και εκτός αυτού.

 

Π.Ε. Μεσσηνίας

Οι πρώτοι κάτοικοι

Ο Λέλεγας, πρόγονος των κατοίκων της Λακωνίας, αναφέρεται ως γενάρχης και των πρώτων κατοίκων της Μεσσηνίας, η κατοίκηση δε ανάγεται τουλάχιστον στα τελευταία Χρόνια της Εποχής του Λίθου (γύρω στα 3000 π.Χ.).Όταν στη Λακωνία βασιλιάς έγινε ο Μύλης, ο αδελφός του, Πολυκάων, πήρε τη γυναίκα του, Μεσσήνη, και επικεφαλής αποίκων μετακινήθηκε στη χώρα που ονομάστηκε Μεσσηνία. Οι εκεί ντόπιοι τους δέχτηκαν ειρηνικά. Ο Πολυκάων έκανε πρωτεύουσά του την πόλη Ανδανία και η γυναίκα του, Μεσσήνη, καθιέρωσε μυστήρια με τη σύμπραξη του ήρωα Καύκωνα, γενάρχη του λαού των Καυκώνων. Οι Καύκωνες, από όσα γνωρίζουμε, ήταν προελληνικό φύλο, είχαν ινδοευρωπαϊκές ρίζες και πρώτοι κατέκλυσαν τη Μεσσηνία.

Το νήμα του μύθου ξαναβρίσκεται στην εποχή που οι Ατρείδες κατείχαν τη Λακωνία. «Τότε», το μεγαλύτερο κομμάτι της Μεσσηνίας ανήκε στη Λακωνία, ενώ στη δυτική ακτή κι ως τον Αλφειό ποταμό, βόρεια, εκτεινόταν το κράτος της Πύλου. Όταν στη Λακωνία βασίλευε ο Οίβαλος, στη Μεσσηνία ηγεμόνευε ο Περιήρης, ο γιος του Αιόλου. Παντρεύτηκε πρώτος την κόρη του Περσέα, Γοργοφόνη κι απέκτησε γιους τον Λεύκιππο και τον Αφαρέα. Ο Λεύκιππος βασίλευσε στην Ανατολική Μεσσηνία και ο Αφαρέας στη Δυτική.

Ο Μεσσήνιος Ασκληπιός

Στο δικό του βασίλειο, ο Λεύκιππος ίδρυσε πρωτεύουσά του το Λεύκτρο, πόλη που αργότερα προσαρτήθηκε στη Λακωνία. Οι Μεσσήνιοι εξακολουθούσαν να τη διεκδικούν στα ιστορικά χρόνια. Παντρεύτηκε τη Φιλοδίκη κι απέκτησε τρεις κόρες: τις Αρσινόη, Ιάλειρα και Φοίβη.
Την Αρσινόη, κατά τη μεσσηνιακή εκδοχή, ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας κι απέκτησε μαζί της γιο, τον Ασκληπιό.

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η Αρσινόη παρέδωσε τον Ασκληπιό στην τροφό Κορωνίδα να το μεγαλώσει. Κι έπειτα, τον πήρε ο Απόλλωνας και τον πήγε στο Πήλιο, να τον αναθρέψει ο Κένταυρος Χείρωνας. Στη Μεσσηνία, έλεγαν, γεννήθηκε ο γιος του Ασκληπιού, Μαχάων, γιατρός των Αχαιών στην εκστρατεία στην Τροία. Στο Λεύκτρο, τον Ασκληπιό και τον Μαχάονα μαζί με τον αδελφό του, Ποδαλείριο, τους τιμούσαν τουλάχιστον ως τα ρωμαϊκά χρόνια.

Η Χαρωπή και η Λαμπερή

Οι δυο άλλες κόρες του Λεύκιππου, η Ιάλειρα και η Φοίβη, είχαν κοινή τύχη. Η έρευνα έχει εντοπίσει τα ονόματα Ιάλειρα (Χαρωπή) και Φοίβη (Λαμπερή) ως επίθετα της Σελήνης. Η πρώτη ήταν ιέρεια της Άρτεμης και η δεύτερη της Αθηνάς. Κατά μια εκδοχή, και τις δυο ο πατέρας τους τις είχε υποσχεθεί στους Ίδα και Λυγκέα, παιδιά του αδελφού του, Αφαρέα. Τις διεκδικούσαν όμως και οι Κάστορας και Πολυδεύκης, οι τυπικά γιοι του Τυνδάρεω, ουσιαστικά του Δία. Είτε με την ανοχή του Λεύκιππου που πήρε πλούσια δώρα είτε όχι, οι Διόσκουροι, Κάστορας και Πολυδεύκης, τις έκλεψαν. Ο Αφαρέας και οι γιοι του τους κυνήγησαν αλλά στη σύγκρουση μαζί τους σκοτώθηκαν.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο θάνατός τους είχε αιτία τη διαφωνία με τους Διόσκουρους στη μοιρασιά ενός κλεμμένου κοπαδιού. Δεν είχαν σχέση με τις κόρες του Λεύκιππου, τις οποίες οι Διόσκουροι απλά έκλεψαν και παντρεύτηκαν κατά τις συνήθειες της εποχής.

Ο Νηλέας στην Πύλο

Ο γιος του Περιήρη κι αδελφός του Λεύκιππου, ο Αφαρέας, παντρεύτηκε την Αρήνη και ίδρυσε πόλη με το όνομά της, πρωτεύουσα της επικράτειας που απλωνόταν στη Δυτική Μεσσηνία. Πρόσφυγας στην Αρήνη έφτασε ο Νηλέας, διωγμένος από τον αδελφό του Πελία. Ο Αφαρέας του παραχώρησε την περιοχή όπου έκτισε την Πύλο.

Ο Νηλέας παντρεύτηκε την Χλωρίδα κι απέκτησε δώδεκα γιους και μια κόρη, την Πηρώ που έμελλε να παντρευτεί τον Μελάμποδα. Ανάμεσα στους γιους ήταν κι ο Νέστορας με τον Περικλύμενο, ένα παλικάρι αντρειωμένο και με την ικανότητα να αλλάζει μορφή, όποτε ήθελε.
Κάποια στιγμή, στην Πύλο έφτασε ο Ηρακλής, αναζητώντας κάποιον να τον εξαγνίσει από ένα φόνο που έκανε σε στιγμή τρέλας.

Ο Νηλέας όμως ήταν φίλος με τον πατέρα του νεκρού κι αρνήθηκε να κάνει τις τελετές του καθαρμού. Μαζί του συμφώνησαν κι έντεκα από τους δώδεκα γιους: μόνο ο Νέστορας επέμενε να κάνουν το χατίρι του ημίθεου αλλά δεν εισακούστηκε. Δεν χρειάζονταν περισσότερα για να ανοίξει πόλεμο με τους Πύλιους ο Ηρακλής. Βρήκε τον βασιλιά των Αμυκλών Λακωνίας πρόθυμο να τον εξαγνίσει, μάζεψε στρατό και κίνησε να πάρει την Πύλο.

Στη σύντομη μάχη, σκοτώθηκαν και άλλοι δέκα από τους γιους του Νηλέα. Γλύτωσε μόνο ο Νέστορας που έτυχε να λείπει όσο διαρκούσαν οι μάχες. Κατά μια εκδοχή, ο Ηρακλής τον εγκατέστησε βασιλιά στον θρόνο του πατέρα του, επειδή μόνο αυτός είχε πάρει το μέρος του, όταν έφτασε εκεί ζητώντας τον εξαγνισμό.